Διαδώστε το στυξ με αυτό το banner στην διεύθυνση http://www.styx.gr/

Ο φαύλος κύκλος από τις πρακτικές 

της εκάστοτε αντιπολίτευσης στη
χώρα και η θέση του ψηφοφόρου
      μπροστά στην κάλπη
1.  Οποιαδήποτε κριτική ανάλυση του ως άνω ζητήματος δεν είναι δυνατή χωρίς κάποιες εκ προοιμίου παραδοχές, που αφορούν α) στα αντικειμενικά για την κριτική ανάλυση αξιολογικά κριτήρια και β) στους παράγοντες που διαμορφώνουν την πολιτική ζωή του τόπου μας κατά την εκάστοτε εξεταζόμενη ιστορική περίοδο.
  Σε ό,τι αφορά κατά πρώτον τα αντικειμενικά για μια κριτική ανάλυση αξιολογικά κριτήρια, θεωρώ ότι τα πιο σημαντικά από αυτά είναι:
 α) ότι η διαμόρφωση της κυβερνητικής πολιτικής πρέπει, όπως επιτάσσει το άρθρο 82 του Συντάγματος, να γίνεται σύμφωνα με τους συνταγματικούς κανόνες και τους νόμους,
 β) ότι άσκηση πολιτικής χωρίς στάθμιση όλων των εκάστοτε κρίσιμων παραγόντων και χωρίς συνείδηση του εφικτού των εκάστοτε επιλογών δεν μπορεί να είναι καλή πολιτική,
 γ) ότι ο σύμφωνος προς το Σύνταγμα πυρήνας κάθε πολιτικής επιλογής δεν μπορεί παρά να συναρτάται με το «κοινό συμφέρον»,
 δ) ότι η κεφαλαιώδης αρχή επί της οποίας στηρίζεται κάθε κρατική εξουσία είναι η λαϊκή κυριαρχία, της οποίας κορυφαία εκδήλωση είναι η περιοδική (στη χώρα μας ανά τετραετία) εκλογή των αντιπροσώπων του λαού στο Ελληνικό Κοινοβούλιο και ε) ότι το εκλογικό αποτέλεσμα πρέπει να είναι  απολύτως σεβαστό από τον καθένα. 
  Σε αυτό το πλαίσιο είναι πρόδηλο επίσης ότι
 στ) και τα κόμματα που συγκροτούν την εκάστοτε αντιπολίτευση έχουν το ίδιο καθήκον όταν αυτά ασκούν το κορυφαίο στη δημοκρατία λειτούργημά τους, που είναι ο έλεγχος του έργου της κυβέρνησης.
Πέρα όμως από τις προεκτεθείσες αξιολογικού χαρακτήρα βασικές παραδοχές (α έως στ), αναγκαίες για το εξεταζόμενο εδώ ζήτημα είναι και οι ακόλουθες, πραγματολογικού και κοινωνιολογικού χαρακτήρα, παραδοχές.  Οι πιο σημαντικές από αυτές είναι σήμερα προεχόντως οι εξής δύο:  α) οι διεθνείς δεσμεύσεις και οι οικονομικές εξαρτήσεις της χώρας μας και β) ο τρόπος, δηλαδή τα μέσα και οι μέθοδοι πληροφόρησης του κοινού από τα ΜΜΕ.
2.  Αποτελεί κοινή διαπίστωση ότι στη χώρα μας η εκάστοτε αντιπολίτευση ασκεί την ελεγκτική της λειτουργία έναντι της εκάστοτε κυβέρνησης με έναν τρόπο που δεν συμβάλλει στον ουσιαστικό δημοκρατικό διάλογο.  Πρόκειται για έναν από τους βασικούς παράγοντες δυσλειτουργίας του πολιτικού μας συστήματος, τον οποίο καλείται να συσταθμίσει ο πολίτης κατά τις εκάστοτε εκλογές για την ανάδειξη των αντιπροσώπων του στη Βουλή των Ελλήνων. Με τις γραμμές που ακολουθούν επιχειρείται σχολιασμός της σημερινής πολιτικής πραγματικότητας, ο οποίος εστιάζει αποκλειστικά στην αξιολόγηση της στάσης της σημερινής αντιπολίτευσης καθ’ όλη τη διάρκεια της διακυβέρνησης της χώρας από τη σημερινή κυβέρνηση. Για την αξιολόγηση αυτή περιορίζομαι εφεξής στις ακόλουθες τρεις (υπό α, β και γ) κεντρικής σημασίας επισημάνσεις:
 α)  Σχεδόν από την πρώτη περίοδο μετά τις εκλογές του 2015 η αντιπολίτευση, παρορώντας ηθελημένα την ανάγκη στην οποία βρέθηκε η κυβέρνηση να πάρει τη δύσκολη απόφαση υπογραφής νέου μνημονίου για να αποτρέψει την επαπειλούμενη έξοδο από την Ευρωζώνη και την άτακτη χρεωκοπία της χώρας μας, χάραξε μια γραμμή απόλυτης άρνησης και απαξίωσης του κυβερνητικού έργου, αποσιωπώντας ότι η χώρα μας είχε ουσιαστικώς πτωχεύσει, περιελθούσα σε κατάσταση αναστολής πληρωμών ήδη από το 2009.  Μονότονη επωδός της αντιπολίτευσης ήταν ότι η κυβέρνηση έχει απωλέσει το έρεισμα που είχε στο λαό και ότι γι’ αυτό το λόγο πρέπει να παραιτηθεί και να προκηρύξει εκλογές.  Αυτή η καθολική άρνηση του έργου της κυβέρνησης από την αντιπολίτευση συνιστά μία μη συμβατή προς το Σύνταγμα και βαθύτατα διχαστική περιφρόνηση της βούλησης του ελληνικού λαού, όπως αυτή εκφράσθηκε στις εκλογές του 2015.
 β)  Η αντιπολίτευση, σε όλη τη διάρκεια της διακυβέρνησης της χώρας από τη σημερινή κυβέρνηση, δεν είναι σε θέση και δεν θέλει να αποστασιοποιηθεί από το δόγμα και τις πρακτικές του νεοφιλελευθερισμού. Πρόκειται για μια πολιτική που χρησιμοποιεί σε παγκόσμιο επίπεδο ως μέσο τη λιτότητα, η οποία επιβάλλεται με δημοσιονομικούς περιορισμούς και με καθήλωση αποδοχών και συντάξεων προς το συμφέρον επιχειρήσεων που ελέγχουν τις αγορές ή – ακόμη χειρότερα – με την εφαρμογή σε εξαρτημένα οικονομικώς κράτη, όπως το Ελληνικό Κράτος, πρακτικών εσωτερικής υποτίμησης, η οποία επιτυγχάνεται με δραστικές περικοπές μισθών και συντάξεων και με περιορισμό των δημόσιων δαπανών.   Στα μέσα για την επίτευξη αυτού του στόχου στην παγκοσμιοποιημένη σήμερα οικονομία περιλαμβάνεται επίσης τόσο η εκμετάλλευση φθηνού εργατικού δυναμικού σε όλο τον κόσμο, και μάλιστα πολύ συχνά υπό συνθήκες που πλήττουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, όσο και η τεράστιας έκτασης φοροδιαφυγή μέσω υπεράκτιων εταιριών σε φορολογικούς παραδείσους, με αποτέλεσμα να επιβαρύνονται όσοι έχουν εμφανή εισοδήματα με δυσανάλογη φορολογία, κατά παράβαση της θεμελιώδους στις δημοκρατίες αρχής ότι τα δημόσια βάρη πρέπει να φέρουν όλοι οι πολίτες «χωρίς διακρίσεις, ανάλογα με τις δυνάμεις τους», όπως ορίζεται ρητά και στο Σύνταγμά μας (άρθρο 4 § 5). 
   Έτσι το άνοιγμα της ψαλίδας σε παγκόσμιο επίπεδο μεταξύ πλούσιων και φτωχών διευρύνεται συνεχώς, παρέχοντας δυστυχώς ξανά βήμα σε ολοκληρωτικές φωνές, τις οποίες για μεγάλο διάστημα είχαμε ξεχάσει.
  Η αντιπολίτευση, με τον κυρίαρχο προσανατολισμό της σε νεοφιλελεύθερες πρακτικές, υποβίβασε το κεφαλαιώδες σε ένα κοινωνικό κράτος δικαίου καθήκον μέριμνας για τους ασθενέστερους συμπολίτες μας, χαρακτηρίζοντας ευτελιστικά τη σύμφωνη προς το Σύνταγμα διαφορετική επιλογή της κυβέρνησης «πολιτική επιδομάτων», την οποία παραπλανητικά αντιπαραθέτει προς την μονιστικά προβαλλόμενη από αυτήν «πολιτική επενδύσεων», αποσιωπώντας έτσι ότι την ανάγκη επενδύσεων για την ενίσχυση της παραγωγής ουδείς αμφισβητεί.  Η ικανοποίηση της ανάγκης αυτής είναι όμως πρόδηλο ότι απαιτεί αναγκαίως έναν ευρύτερο και μακρότερο σχεδιασμό μέσα σε ένα  ρεαλιστικό πλαίσιο ιεράρχησης αναγκών και προτεραιοτήτων. Ο πολιτικός λόγος που εξέφερε η αντιπολίτευση σε όλη την τετραετία δεν είναι πειστικός.  Διαμορφώθηκε με μια μέθοδο που στηρίζεται σε δύο σκέλη: αφενός μεν στην αποσιώπηση σαφών και ρητών επιταγών του Συντάγματος και των νόμων, στις οποίες υπόκειται προδήλως και κάθε κόμμα, αφετέρου δε στην αποσιώπηση της καταλυτικής σημασίας που έχει για την πραγμάτωση οποιασδήποτε πολιτικής επιλογής η εκάστοτε ιστορική συγκυρία και οι πιέσεις που αυτή ασκεί. 
 γ)  Το τελευταίο μείζον ζήτημα που θέλω επίσης να αναδείξω με τις γραμμές αυτές είναι η αντίδραση της αντιπολίτευσης στη Συμφωνία των Πρεσπών. Για να τοποθετηθώ με κάθε δυνατή συντομία στο ζήτημα αυτό, είναι εκ των πραγμάτων αναγκαίο να αναφερθώ κατά πρώτον στα κατά κοινή παραδοχή οφέλη που αποκομίζει η Ελλάδα από τη Συμφωνία των Πρεσπών.  Τα οφέλη αυτά είναι, συνοπτικά, τα ακόλουθα:
 α) Η γειτονική χώρα φέρει εφεξής το όνομα «Βόρεια Μακεδονία» και όχι «Μακεδονία», το οποίο  είχε αναγνωρισθεί από τη συντριπτική πλειοψηφία των κρατών, με κίνδυνο να μείνουν στο τέλος μόνο η Ελλάδα και η Κύπρος που θα αρνούνται να καταστεί το όνομα «Μακεδονία» δηλωτικό της κρατικής οντότητας αποκλειστικώς των γειτόνων μας. 
 β) Με τη Συμφωνία των Πρεσπών τίθεται οριστικά φραγμός στην μη ανεκτή από την Ελλάδα οικειοποίηση αποκλειστικώς από τη γειτονική χώρα του έχοντος για τους Έλληνες ιδιαίτερο ιστορικό βάρος ονόματος «Μακεδονία». Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο επιβεβαιώνεται με τη Συμφωνία των Πρεσπών το αυτονόητο: ότι η γλώσσα των αρχαίων Μακεδόνων ήταν η ελληνική, ότι ο αρχαίος μακεδονικός πολιτισμός είναι τμήμα της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς και ότι η νεότερη ιστορία της Βόρειας Μακεδονίας δεν αποτελεί ιστορική συνέχεια της Αρχαίας Μακεδονίας.
 γ) Με τη συμφωνία των Πρεσπών ανέλαβαν οι γείτονές μας την υποχρέωση να τροποποιήσουν το Σύνταγμά τους, απαλείφοντας από αυτό κάθε δηλωτική αλυτρωτισμού διάταξη, καθώς επίσης να αφαιρέσουν και να παύσουν να χρησιμοποιούν εφεξής σύμβολα δηλωτικά της ιστορίας της Αρχαίας Μακεδονίας, προσαρμόζοντας επίσης στη ρύθμιση αυτή και τα σχολικά βιβλία της ιστορίας.  Σε αυτά, τα ικανοποιούντα αναμφισβητήτως το συμφέρον της χώρας μας θετικά σημεία της Συμφωνίας των Πρεσπών, πρέπει να  προστεθεί και το τεράστιας για τη χώρα μας σημασίας όφελος ότι με αυτήν ετέθησαν οι προϋποθέσεις για να έχουμε στα βόρεια σύνορά μας, στο δρόμο επικοινωνίας των Ελλήνων με τη Δύση, ένα κράτος που μπορεί να είναι φιλικό, με πολλά κοινά συμφέροντα, και συνεργαζόμενο με την Ελλάδα.  Η εξέλιξη αυτή, στην οποία οδηγεί η Συμφωνία των Πρεσπών, έχει ως περαιτέρω συνέπεια – πράγμα ιδιαίτερα σημαντικό – τον περιορισμό της αντίθετης προς τα ελληνικά συμφέροντα επέκτασης της επιρροής της Τουρκίας στα Βαλκάνια.
  Η αντιπολίτευση (αξιωματική και ελάσσων), στον βωμό της ακραίας αντίδρασής της έναντι κάθε κυβερνητικής προσπάθειας, υποβάθμισε τη σημασία των πασιφανώς θετικών για την Ελλάδα σημείων της Συμφωνίας των Πρεσπών, μετατοπίζοντας την προσοχή του κόσμου από τον κορμό της Συμφωνίας, σε ζητήματα των οποίων τη σημασία διογκώνει στρεβλωτικά.
   Τη στρέβλωση αυτή επιχειρεί η αντιπολίτευση με τρόπο αντιφατικό σε σχέση με ό,τι υποστήριζε έως τότε η ίδια και με μια θολή επίκληση ενός «πατριωτισμού», τον οποίο χρησιμοποιεί ως μέσο για να προβάλει κινδύνους από τις ρυθμίσεις της Συμφωνίας.  Οι ρυθμίσεις αυτές αναφέρονται (όπως τις ερμηνεύει η αντιπολίτευση) σε ζητήματα εθνικής ταυτότητας των γειτόνων μας και γλώσσας («μακεντόνσκι»), η οποία – θα πρέπει να σημειωθεί – έχει ήδη στο παρελθόν αναγνωριστεί διεθνώς ως νοτιοσλαβική. Αυτός ο ηθελημένος από την αντιπολίτευση υπερτονισμός του προβαλλόμενου από αυτήν κινδύνου, που είναι αντίθετος προς το όλο πνεύμα της Συμφωνίας, καθώς και η αποπροσανατολιστική αποσιώπηση (και ως εκ τούτου υποβάθμιση) των θετικών για τη χώρα μας ρυθμίσεων που περιέχει η Συμφωνία, συνιστά μια απερίσκεπτη πολιτική επιλογή της αντιπολίτευσης, που διαχωρίζει επικίνδυνα τους Έλληνες σε «πατριώτες» και «μη πατριώτες». Προ του κινδύνου αυτού ένα σημαντικό μέρος της αντιπολίτευσης συνειδητοποίησε την ανάγκη να διαχωρίσει, με τιμιότητα, τη θέση του από τη βαθιά διχαστική πολιτική της αντιπολίτευσης και να στηρίξει τη Συμφωνία των Πρεσπών.  Οι βουλευτές που διαχώρισαν τη θέση τους λοιδορήθηκαν με απίστευτο τρόπο από την αντιπολίτευση και από τα προσκείμενα σε αυτήν ΜΜΕ, χωρίς σεβασμό μιας από τις κορυφαίες για τους αντιπροσώπους του Λαού στη Βουλή συνταγματικές ρυθμίσεις, εκείνης του άρθρου 60 § 1 του Συντάγματος, με την οποία ρητά ορίζεται ότι «οι βουλευτές έχουν απεριόριστο το δικαίωμα της γνώμης και ψήφου κατά συνείδηση».
3.  Το συμπέρασμα που μπορώ να συναγάγω με βάση την προηγηθείσα ανάλυση δεν μπορεί παρά να είναι αποδοκιμαστικό της επικίνδυνα ακραίας στάσης που τηρεί η αντιπολίτευση την τελευταία τετραετία.  Για τα όποια λάθη και τις όποιες αστοχίες της εκάστοτε κυβέρνησης έχει αναμφισβητήτως δικαίωμα και καθήκον η εκάστοτε αντιπολίτευση να ασκεί κριτική (μέσα βεβαίως στα όρια που τίθενται στις δημοκρατίες).  Δεν νομιμοποιείται όμως αυτή να καταχράται τον ρόλο της με μια γενικευμένη και διαρκή πολιτική απόρριψης ολόκληρου συλλήβδην του κυβερνητικού έργου.  Μια τέτοια στάση είναι βαθιά διχαστική και αποκλείει την έξοδο από τον πολιτικό φαύλο κύκλο, προκαλώντας κινδύνους για τη δημοκρατική ομαλότητα. 
---
Το άρθρο 
του Φίλιππου Δωρή 
Ομότιμου Καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών
δημοσιεύθηκε στις σελίδες 14 και 15 της ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ των ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ της Πέμπτης 20ης Ιουνίου 2019.
Subscribe in a reader Facebook page Follow me