Διαδώστε το στυξ με αυτό το banner στην διεύθυνση http://www.styx.gr/

Εμείς πρέπει να εμμείνουμε

αταλάντευτα στα συνομολογημένα

του Θεόδωρου Πάγκαλου

Το Κυπριακό ζήτημα έχει σημαδέψει την ιστορία του Ελληνισμού στο τελευταίο τέταρτο του 20ού αιώνα. Ακόμη και όταν με τη χαρακτηριστική αμεριμνησία που μας διακρίνει το ξεχνάμε ή προσποιούμεθα ότι το ξεχάσαμε, αυτό είναι εκεί, αντέχοντας πεισματικά στο πέρασμα των ετών και των δεκαετιών, ξεγελώντας ακόμη και τους πιο περίτεχνους συνθηκολόγους, απογοητεύοντας και τους πιο μαχητικούς υπερασπιστές των εθνικών συμφερόντων. Διαρκεί και παραμένει αναλλοίωτο ως προς την ουσία του, που είναι η τουρκική άρνηση αποδοχής του διεθνούς δικαίου και της ερμηνείας του από τη διεθνή κοινότητα, η διαιώνιση της τουρκικής στρατιωτικής κατοχής πάνω στο βόρειο τμήμα του νησιού και η ως εκ τούτου de facto διχοτόμηση της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Σε όλη όμως αυτή τη διάρκεια το Κυπριακό δεν έμεινε στάσιμο ούτε πρέπει κανείς να παραβλέψει θέσεις και διατυπώσεις, διαπραγματευτικές περιπέτειες και εξελίξεις στον διεθνή περίγυρο που συγκροτούν τη σημερινή συνολική του φυσιογνωμία.

Σε αυτήν περιλαμβάνονται και την καθορίζουν θετικά και αρνητικά οι αλλεπάλληλες αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης και του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Θετικά γιατί το σύνολο της διεθνούς κοινότητας με μόνη εξαίρεση την Τουρκία συμπαρατάσσεται για να διαπιστώσει ότι παραβιάζονται θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου, αρνητικά γιατί η τόσο πανηγυρική επανάληψη αυτών των διαπιστώσεων στις οποίες η Τουρκία απαντά κάθε φορά με αυξημένη επιθετικότητα διαμορφώνει ένα ιδιάζον κλίμα παγκόσμιας ασυλίας για τις βάναυσες αδικοπραγίες των αναιδέστατα επιμενόντων Τούρκων και για τους αμερικανούς προστάτες τους. Μια δευτερεύουσα δυσάρεστη συνέπεια είναι η διαμόρφωση γενεών ειδικών επί των αποφάσεων του ΟΗΕ στα υπουργεία, στον νομικό κόσμο, στη δημοσιογραφία στην Αθήνα και στη Λευκωσία που, εγκατεστημένοι πια μέσα στο νομικό και διπλωματικό τέλμα που βαθμιαία διαμορφωνόταν με την άκαρπη πάροδο του χρόνου, έχασαν την αίσθηση της πραγματικότητας και μετέτρεπαν το μέσον (τις προσφυγές στον διεθνή οργανισμό) σε αυτοσκοπό.

Οπωσδήποτε και όπως συμβαίνει συνήθως και το ζήτημα αυτό, αν κατάφερνε κανείς να διεισδύσει στην ομίχλη των νομικών διατυπώσεων που με την πάροδο των ετών συσσώρευσαν με τις άοκνες προσπάθειές τους μερικοί από τους καλύτερους διπλωματικούς εγκεφάλους εκατέρωθεν, παρέμενε απλό. Τρεις ήταν θεωρητικά οι δυνατότητες επίλυσης:

- Να αποκατασταθεί η εδαφική ακεραιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας με μια νικηφόρα στρατιωτική αντεπίθεση κυπριακών και φιλικών δυνάμεων που θα πέταγαν στη θάλασσα τον Αττίλα και θα ανέτρεπαν τα τετελεσμένα γεγονότα. Μια τέτοια λύση όμως είχε μικρές πιθανότητες επιτυχίας από την άποψη των σημερινών στρατιωτικών συσχετισμών. Αλλά και αν ακόμη υποθέταμε ότι ένα πρόγραμμα εξοπλισμών θα άλλαζε αυτόν τον συσχετισμό, το κοινωνικό και οικονομικό κόστος θα ήταν αφόρητο για δύο δημοκρατικές χώρες όπως η Ελλάδα και η Κύπρος. Τέλος, μια τέτοια νίκη θα ήταν πύρρειος γιατί θα δημιουργούσε μια ομαδική ψυχολογία ανταπόδοσης (revanche) στην Τουρκία, με συνέπειες δυσμενέστατες για την ειρήνη στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, και, τέλος, γιατί δεν θα είχε καμία διεθνή υποστήριξη.

- Να εκβιασθεί η Τουρκία μέχρι του σημείου να αποδεχθεί τα ψηφίσματα του ΟΗΕ και να συνεργαστεί στην επιδίωξη μιας δίκαιης και βιώσιμης λύσης που θα κατοχύρωνε πλήρως τα δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων. Αυτό μπορούσε εύκολα από τεχνική άποψη να το κάνουν οι ΗΠΑ χρησιμοποιώντας σωρευτικά ή εναλλακτικά μέσα που μόνο αυτές διαθέτουν, δηλαδή τη διεθνή χρηματοδότηση και τους εξοπλισμούς. Κάτι τέτοιο όμως ήταν εντελώς ξένο προς τη συνολική στρατηγική της Αμερικής στην περιοχή που δίνει προνομιακή σημασία στον γεωστρατηγικό παράγοντα σε σχέση με τα αποθέματα και τις οδούς του πετρελαίου.

- Η αιχμαλωσία των τουρκικών φιλοδοξιών για μια ισότιμη συμμετοχή στην ευρωπαϊκή περιπέτεια σε μια δέσμευση επίλυσης του Κυπριακού. Το έδαφος αυτό ήταν προνομιακό. Κατ' αρχήν οι αρχές που πρυτανεύουν σε κάθε διαδικασία ένταξης είναι ακριβώς αυτές που η Τουρκία κτηνωδώς παραβιάζει στην Κύπρο από το 1974. Η Ελλάδα είναι μέλος ήδη της Κοινότητας και επηρεάζει διαδικασίες, όρους και προϋποθέσεις. Τέλος, η είσοδος της Κύπρου χωρίς να είναι μέλος η Τουρκία που ήδη διαγράφεται ανοίγει μια μακρά περίοδο περιθωριοποίησης της ευρωπαϊκής προοπτικής αυτής της χώρας που το κεμαλικό και επιχειρηματικό κατεστημένο μπορεί με δυσκολία να ανεχθεί.

Αυτή η στοιχειώδης ανάλυση οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι το Κυπριακό έπρεπε να εισαχθεί και να ριζώσει στο ευρωπαϊκό πλαίσιο.

Ούτε η λήψη της απόφασης ούτε η εμπέδωση και η εκλαΐκευσή της υπήρξαν εύκολες υποθέσεις.

Η αίσθηση του αδιεξόδου στον ΟΗΕ και η βαθμιαία δημιουργία αυτοπεποίθησης για τις ελληνικές δυνατότητες στα ευρωπαϊκά πλαίσια οδήγησαν στη λήψη μιας σειράς αποφάσεων που διαμόρφωσαν τα σημερινά δεδομένα του ζητήματος.

Η αυτοπεποίθηση προερχόταν από την εμπέδωση του δεδομένου ότι ακόμη και μια μικρή χώρα, όταν είχε σοβαρά επιχειρήματα, εκινείτο με κοινοτικούς ρυθμούς, δηλαδή βαθμιαία, χωρίς βιασύνες, δυσάρεστες εκπλήξεις και απότομες μεταστροφές, και έκανε τις κατάλληλες διασυνδέσεις θεμάτων, μπορούσε να επιτύχει τον στόχο της. Για τη νεοφώτιστη Ελλάδα η πρώτη τέτοια εμπειρία ήταν η χρηματοδότηση των προγραμμάτων για τα κέντρα επαγγελματικής κατάρτισης και τα κέντρα αποκατάστασης ψυχοπαθών και αναπήρων (Κανονισμός 815/1984). Στο θέμα αυτό η Βρετανία εξεβίαζε την Ελλάδα συνδέοντάς το, όπως και διάφορα άλλα, με το γνωστό πρόβλημα της επιστροφής κοινοτικών πόρων που είχε εγείρει η κυρία Θάτσερ (Δελτίο ΕΚ 12.3.1983). Αποφάσισα τότε να προβώ σε μια πρωτοφανή για την ελληνική διπλωματική πρακτική χειρονομία. Προέβαλα βέτο στη χρηματοδότηση τριών προγραμμάτων για την απασχόληση ανέργων ανθρακωρύχων στον βρετανικό Βορρά. Θυμάμαι ότι ο τότε υπουργός Εξωτερικών σερ Geoffrey Howe ήρθε να με δει και να με ρωτήσει γιατί το κάνω αυτό και του απάντησα ότι θα επιμείνω ώσπου να απελευθερώσουν τους δύο κανονισμούς μας συνολικού ύψους 120 εκατ. ECU. Ο έξοχος αυτός πολιτικός και άνθρωπος με εκοίταξε παραξενεμένος και μου είπε: «Πρόκειται περί εκβιασμού». Του απάντησα: «Νομίζω ότι έχεις απόλυτο δίκιο».

Σε 13 μόνο ημέρες, στις 16 Μαρτίου 1984, οι ρεαλιστές Αγγλοι αποδέσμευαν τον ελληνικό κανονισμό και τα πρώτα λεφτά του μνημονίου εισέρρεαν στη χώρα.

Το ίδιο επιτυχής ήταν η διασύνδεση σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα των μεσογειακών προγραμμάτων με τη διεύρυνση προς την Ισπανία και την Πορτογαλία. Το προϊόν της, δύο δισεκατομμύρια ECU για την Ελλάδα, ανέτρεψε εκ βάθρων τους όρους της ένταξής μας στην ΕΟΚ.

Το πλαίσιο αυτής της διασύνδεσης ήταν πολύ πιο εμπεριστατωμένο. Επειδή οι δύο νέες χώρες θα προσέφεραν στην ενιαία αγορά, που εν τω μεταξύ προχωρούσε με ραγδαίους ρυθμούς, προϊόντα ανταγωνιστικά με εκείνα των νοτίων περιοχών της Κοινότητας των 10, έπρεπε κατά την άποψή μας να χρηματοδοτηθούν προγράμματα αναδιάρθρωσης και εκσυγχρονισμού, κυρίως στις υποδομές και στον αγροτικό τομέα. Η Ιταλία έδειξε ένα μέτριο ενδιαφέρον γιατί τα μεγάλα βιομηχανικά συμφέροντα του Βορρά επισκιάζουν πάντα τα συμφέροντα των αγροτών του Νότου. Οπως οι Βερσαλιέροι που χειροκροτούσαν ενθουσιωδώς τον αξιωματικό τους που επετίθετο με γυμνό το ξίφος, χωρίς να βγαίνουν από τα χαρακώματα, κραυγάζοντας «Avanti colonello!», οι Ιταλοί είχαν τοποθετήσει εαυτούς σε κατάλληλη θέση για να μην αποκλεισθούν αν και όταν προέκυπτε κάτι καλό αλλά δεν ενεργούσαν και κυρίως δεν εξετίθεντο σε προστριβές. Οι Γάλλοι ήταν ακόμη χειρότεροι. Για τα μάτια υποστήριζαν, ώστε να μην εξαγριωθούν οι αγρότες του Λανγκεντόκ και της Προβηγκίας, στην πραγματικότητα όμως δραστήρια υπονόμευαν την προοπτική, αφού οι λογαριασμοί έδειχναν όταν θα πλήρωναν περισσότερα απ' ό,τι θα εισέπρατταν και γιατί η δική μας διασύνδεση των ΜΟΠ με τη διεύρυνση υπήρχε ελπίς να καθυστερήσει τη διεύρυνση, πράγμα το οποίο διακαώς επιθυμούσαν.

Ακόμη και το εσωτερικό μέτωπο δεν ήταν σαφές. Το ΥΠΕΘΟ είχε δική του πρόταση για την «αυτοδύναμη» ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας που είχε προκαλέσει φρίκη στις Βρυξέλλες και είχε καταχωνιαστεί σε κάποιο συρτάρι. Ο Ανδρέας Παπανδρέου, πολιορκούμενος από συμβούλους και παρακοιμώμενους, βαθιά μες στην ψυχή του, όπως ο ίδιος μου ομολόγησε όταν όλα τελείωσαν, δεν επίστευε ότι θα είχαμε αισία έκβαση και αισθανόταν παγιδευμένος. Βαδίζαμε προς τις εκλογές του 1985 και η ΝΔ χαρακτήριζε τις κινήσεις μας «τυχοδιωκτισμούς» και «αλητείες» (sic) και έσπευδε στις ξένες πρωτεύουσες για να δηλώσει ότι αμέσως μετά την εκλογή της θα αλλάξει πολιτική και θα εγκαταλείψει τα ΜΟΠ.

Επιμείναμε, εργαστήκαμε, συντονιστήκαμε και νικήσαμε. Δύο δισεκατομμύρια ECU, ποσό πρωτοφανές για εκείνη την εποχή, άρχισαν να εισρέουν δίνοντας το φιλί της ζωής στην ελληνική οικονομία και αλλάζοντας τη μορφή της χώρας και ιδίως της ελληνικής υπαίθρου.

Θυμίζω αυτά τα καθοριστικά στάδια για την ελληνική παρουσία και επιρροή στον ευρωπαϊκό χώρο γιατί πιστεύω ακράδαντα ότι στα πλαίσια αυτά ποτέ δεν βρίσκει κανείς το δίκιο του, ακόμη και αν είναι «ηλίου φαεινότερον», αν δεν έχει διασυνδέσει τον στόχο του με μια γενικότερη εξέλιξη που αφορά συμφέροντα των άλλων χωρών-μελών και ιδιαίτερα των μεγαλυτέρων.

Για να επανέλθουμε στην ευρωπαϊκή προοπτική της Κύπρου.

Οταν στις αρχές του 1986 αποφάσισα να προσθέσω το Κυπριακό στα θέματα που ήδη επεκαλείτο η Ελλάς (τουρκική επιθετικότητα κτλ.) για να αρνηθούμε την έγκριση του 4ου χρηματοδοτικού πρωτοκόλλου προς την Τουρκία (είναι αυτό που ενεκρίθη στο Ελσίνκι 14 χρόνια αργότερα), η στάση της Λευκωσίας ήταν πολύ επιφυλακτική. Συνηθισμένη στην πιο φιλόξενη ατμόσφαιρα του ΟΗΕ και άλλων συναθροίσεων με συμβολική μόνο σημασία (commonwealth, αδέσμευτοι κτλ.), η κυπριακή ηγεσία δυσπιστούσε προς το νέο αυτό θέατρο. Κυρίως αντίθετα ήταν τα δύο κόμματα της κυπριακής Αριστεράς, το ΑΚΕΛ και η ΕΔΕΚ, με τα οποία το ΠαΣοΚ είχε στενές σχέσεις. Ακόμη και ο αείμνηστος Γιάννος Κρανιδιώτης, ο οποίος εφλέγετο από την επιθυμία να κάνουμε κάτι για το Κυπριακό, θεωρούσε την κίνηση πρόωρη και με προειδοποιούσε με την ανιδιοτέλεια και την αφοσίωση που τον διέκρινε ότι θα έχω προβλήματα στη Λευκωσία. Και πράγματι είχα. Θυμάμαι ότι ο αείμνηστος Ανδρέας Παπανδρέου μου είχε πει μετά από διάφορες κραυγές στον κυπριακό Τύπο: «Μην προσπαθήσεις να κάνεις στους Κυπρίους καλό αν οι ίδιοι δεν το καταλαβαίνουν έτσι. Θα έχουμε σοβαρά προβλήματα. Δες την εμπειρία τού 1963-1964».

Υστερα από δύο χρόνια συστηματικής προσπάθειας που έμεινε αλώβητη από τη συνάντηση του Νταβός ανάμεσα στον Τουργκούτ Οζάλ και στον Ανδρέα Παπανδρέου φθάσαμε στο Συμβούλιο Σύνδεσης του Απριλίου του 1988. Εκεί ο πρόεδρος Χανς Ντίτριχ Γκένσερ, αφού εξάντλησε κάθε δυνατή πίεση για να μας εξαναγκάσει σε υποχώρηση, πρόσθεσε στο κείμενο της κοινής θέσης της Κοινότητας μια φράση: «Το κυπριακό πρόβλημα επηρεάζει τις σχέσεις Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων - Τουρκίας». Τη θεώρησε άχρωμη και ανώδυνη, όπως και όλοι οι άλλοι υπουργοί, και εμείς την αποδεχθήκαμε για να δώσουμε μια διέξοδο. Ο Γκένσερ γύρισε περιχαρής στην αίθουσα και μου είπε: «Το δέχεται και ο Γιλμάζ, μπορούμε να προχωρήσουμε στο Συμβούλιο Σύνδεσης».

Τότε άρχισε να περνάει η ώρα (45 λεπτά συνολικά) και η τουρκική αντιπροσωπεία να μην εμφανίζεται. Το παντοδύναμο πολιτικοστρατιωτικό Συμβούλιο Ασφαλείας στην Αγκυρα είχε απαγορεύσει στον Γιλμάζ ακόμη και να ακούσει αυτή τη φαινομενικά ανώδυνη φράση γιατί είχαν σωστά εκτιμήσει ότι έτσι έμπαινε και εγκαθίστατο το Κυπριακό στα κοινοτικά πλαίσια.

Εκτοτε η μικρή αυτή φράση έβγαλε ρίζες και κλαδιά. Η Κύπρος έγινε υποψήφιο μέλος και ολοκληρώνει με πρωτοφανή επιτυχία, όπως από το 1988 προέβλεπα σε ομιλία μου προς το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο στη Λευκωσία, τις διαπραγματεύσεις.

Η Τουρκία χάρη στη μεγάλη πολιτική χειρονομία της ελληνικής κυβέρνησης στο Ελσίνκι απέκτησε την τυπική ιδιότητα του υποψηφίου, όπως διακαώς επιθυμούσε. Το 2002 θα παιχθεί η τελευταία πράξη του δράματος.

Η Κύπρος ως μια ενιαία χώρα εκπροσωπούμενη από τη μόνη νόμιμη κυβέρνησή της πρέπει να γίνει δεκτή ισότιμα, χωρίς επιφυλάξεις και προϋποθέσεις, στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Ολες οι δυνατές πόρτες και παράθυρα πρέπει να μείνουν ανοιχτά για τη βαθμιαία συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων στο κοινοτικό κεκτημένο, όσων και όποτε το επιθυμούν. Η λύση θα έρθει όταν έρθει. Ουδέποτε πρέπει να αποτελέσει όρο για την ένταξη ή πρόσχημα για την παραμικρή αναβολή της.

Επειδή οι καιροί είναι πονηροί (η πρόσφατη περιπέτεια του Ευρωστρατού ήρθε να μας το θυμίσει), η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να δηλώσει απερίφραστα προς πάσα κατεύθυνση ότι δεν θα προσυπογράψει συμφωνία διεύρυνσης για οποιονδήποτε υποψήφιο αν η Κύπρος παραμερισθεί.

Προσπάθησα να αποδείξω ότι το «βέτο» κάνει καλό και στις κυβερνήσεις και στους λαούς υπέρ των οποίων ασκείται, συνήθως και στις κοινοτικές διαδικασίες. Η επίδειξη καλών τρόπων δεν έπεισε ποτέ κανέναν και δεν οδήγησε ποτέ σε αποτέλεσμα.

Εδώ όμως το «βέτο» θα ασκηθεί από αυτούς που θα παραχαράξουν τα συμφωνηθέντα στο Ελσίνκι και θα βεβηλώσουν τις υπογραφές τους. Η ντροπή θα είναι όλη δική τους.

Εμείς πρέπει να εμμείνουμε αταλάντευτα στα συνομολογημένα.

Και να το κάνουμε εγκαίρως γνωστό.

(Άρθρο του πρώην υπουργού Εξωτερικών Θεόδωρου Πάγκαλου στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ)

Subscribe in a reader Facebook page Follow me